Appearance
Use device theme  
Dark theme
Light theme

What does σχέση (schési̱) mean in Greek?

English Translation
More meanings for σχέση (schési̱)
relationship noun
συγγένεια
relation noun
αναφορά, συγγένεια, αφήγηση, διήγηση
connection noun
σύνδεση, ανταπόκριση, συγγένεια, πελατεία, θρησκευτική κοινότητα
regard noun
προσοχή, υπόληψη, επίμονο βλέμμα, σέβας
ratio noun
αναλογία, λόγος
reference noun
αναφορά, παραπομπή, μνεία, σύσταση, πληροφορία
dealings noun
σχέσεις, δοσοληψίες, συναλλαγή, παρτίδα
association noun
σύνδεσμος, συνεταιρισμός, εταιρία, όμιλος
relevance noun
συνάφεια, σχετικότητα, αρμοδιότητα, σχετικότης, αρμοδιότης
bearing noun
ρουλεμάν, έδρανο, τριβέας, στήριγμα, συνέπεια
concern noun
ανησυχία, μέριμνα, φροντίδα, υπόθεση, συμφέρο
affinity noun
συγγένεια, έλξη, τάση, αγάπη
pertinence noun
αρμοδιότης
relevancy noun
σχετικότητα, συνάφεια, σχετικότης, αρμοδιότης, αρμοδιότητα
pertinency noun
σχέση
communion noun
κοινωνία, επικοινωνία, μετάδοση, ομιλία, θρησκευτική κοινότητα
Find more words!
Use * for blank tiles (max 2) Advanced Search Advanced Search
Use * for blank spaces Advanced Search
Advanced Word Finder
See Also in Greek
Similar Words
Nearby Translations
Translate from Greek
go
Word Tools Finders & Helpers Apps More Synonyms
Copyright WordHippo © 2024