What does γένος (génos) mean in Greek?

English Translation
More meanings for γένος (génos)
genus noun
γένος
gender noun
γένος γραμματικής
race noun
φυλή, αγώνας, αγώνας δρόμου, ράτσα, δρόμος
strain noun
ένταση, τάση, τέντωμα, διάστρεμμα, προσπάθεια
sex noun
φύλο
species noun
είδος
breed noun
ράτσα
family noun
οικογένεια, σόι
kind noun
είδος, κατηγορία, ποικιλία, φιλόφρων
gene noun
γονίδιο, παράγοντας κληρονομικότητας
ilk noun
γένος
stock noun
στοκ, μετοχή, ζώα, παρακαταθήκη, κεφάλαιο
brood noun
κλωσσόπουλα, νεοσσιά
kin noun
συγγενείς, συγγενής, οικογένεια, συγγένεια, συγγενολόι
issue noun
ζήτημα, έκδοση, τεύχος, έκβαση, έξοδος
Find more words!
Use * for blank tiles (max 2) Advanced Search Advanced Search
Use * for blank spaces Advanced Search
Advanced Word Finder
See Also in Greek
ανθρώπινο γένος noun
anthró̱pino génos humankind, mankind
το γένος adjective
to génos genus, nee
ως πρός το γένος adverb
os prós to génos generically
μη έχων γένος adjective
mi̱ écho̱n génos sexless
γένος γραμματικής noun
génos grammatikí̱s grammar genus, gender
Nearby Translations
Translate from Greek
go
Word Tools Finders & Helpers Other Languages More Synonyms
Copyright WordHippo © 2018